Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρα & Άλλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άρθρα & Άλλα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2024

"Η άσεμνη φύση αυτού του κόσμου"

                                             Η άσεμνη φύση αυτού του κόσμου.

                                                                   Ιερωνυμάκη Κλειώ


Νεκρά τα πέταλα

που είν’ μπλεγμένα στα μαλλιά σου
αντανακλούν με λύσσα 

τη βουή του φθινοπώρου.

Τι ’ταν αυτό που τα ’ριξε απ’ τα κλαδιά σου; 
Η δίνη του αέρα ή το χέρι του διαβόλου; 
 
Ακούω τραγούδι μα ακούγεται σαν κούφιο
μπλέκεται με το θρόισμα των φύλλων στον βοριά 
κάθε που κοιτάω το Θεό, σιωπώ πικρά

ανίκανος να μαρτυρήσω την ανημποριά

τώρα μιλώ μα ποτέ δεν θ’ ακουστεί χροιά

σαν βότσαλο καρφώνεται βαθιά μες στην καρδιά.
Το αγιόκλημα αφημένο στο χορτάρι 
σκορπά ευωδία σαν σπαράζει η ψυχή 
ποιος ξέρει άραγε τι αναζητούσε

ή δεν είχει καν τις ρίζες του εκεί; 
 
Οι στάλες της βροχής ουρλιάζουν τραγωδία. 
Βρέξε, δεν έχει παράδεισο στη γη.
Άσεμνη η φύση αυτού του κόσμου
συγχώρα τον τον άδολο

πρέπει κάπως να τραφεί

ό,τι περισσεύει λίγο πάνω από το χώμα 
αθώα, ο φτωχός, προς βρώσιν θα το δει. 
Κρύψου, λοιπόν, με τα πουλιά όσο είν’ ώρα. 
 
Τα παιδιά γυμνά ματώνουν τους τοίχους, 
για χρώμα έχουν φωτιά, 
για λάθος τη φοβέρα, 
σαν μνημόσυνο μου φάνηκε η μέρα 
όταν ξημέρωσε και ήταν Κυριακή.
Μαύρα σημάδια πάνω σε τοίχο
σκαμμένα θαρρείς με σουγιά

ακόμα στάζει μέχρι κάτω αίμα

αν παρατηρήσεις βγαίνει απ’ τη ματιά. 
Γιάνε τα μάτια και προσευχή σου 
το λευκό περιστέρι είναι κει ψηλά. 
 
Γυρνά σκυμμένος ο καιρός να μας κολάσει

η χειμωνιά νικάει όσα οι θύμησες κρατήσαν. 
Καλπάζει ο βοριάς γερά κλαδιά για να ξεσκίσει 
τα φύλλα που μάταια χορεύαν και σαπίσαν.

Μα η μελωδία μέσα μας ποτέ δεν θα σιγήσει…


Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Λογοτεχνική δημιουργία

"Η καρδιά του πρόσφυγα"

                                    Η καρδιά του πρόσφυγα.

Ιερωνυμάκη Κλειώ


     Ο αέρας σφύριζε ανάμεσα στις σκηνές και πότε πότε μια δυσωδία έφτανε ως τη μύτη του. Από κάπου θα ΄χε λυθεί πάλι το σκοινί γιατί το πανί χτυπιόταν μανιασμένο στο στειλιάρι. Έμοιαζε με την τιμωρία ενός δασκάλου, που ξεσπά, λυσσασμένα, επάνω στου θρασύ μαθητή την παλάμη. Έτσι τον έτσουζε και αυτόν το κόψιμο ψηλά στον μηρό του, μα, αυτό της καρδιάς του ήταν βαθύτερο. Είχε τσακιστεί έτσι όπως έτρεχε να προλάβει το κάδρο της μακαρίτισσας της μάνας του, της κυρά Λένης. 

 

    Την είχε βάλει, όπως όπως, τελευταία στιγμή στο κάρο. Ίσα να 'χει τα χέρια του λεύτερα αν χρειαζόταν. Ποιος ήξερε τι θα χρειαζόταν, σάμπως τα 'χαν ξαναζήσει αυτά; «Όποιος δεν φύγει θα τον σφάξουν», ηχούσε η φράση από τα στόματα των ανθρώπων, σαν βούισμα μέλισσας, να προλάβει να ειδοποιηθεί όλο το μελίσσι. Μα, δεν πρόλαβε. Οι φωτιές κρύβαν το μπλε τ' ουρανού. Καπνοί μαύροι μέχρι απάνω. Κόσμος μιλιούνια, φωνές, πραμάτειες,  μοιρολόγια, παιδιά. Τα άμοιρα. 

    Όλα τα ΄χε αποβάλει από τις σκέψεις του, ακόμα και τους σκοτωμένους. Γύρναγε το βλέμμα και έκανε πως δεν είδε, μα τα μάτια των παιδιών τον έκαιγαν σαν πυρωμένο σίδερο. Σαν να άφησαν σφραγίδα στην ψυχή του και το στάμπο δεν γιατρεύεται. Όποτε κλείνει τα μάτια του, τα δικά τους είναι εκεί. Αυτά και η μάνα του καθώς έπεφτε από το κάρο του Μιχάλη του γείτονά του, όπως τρέκλιζε με τα παραχωμένα υπάρχοντα κάμποσων οικογενειών· μαζί και τα δικά του. «Μη βάζετε άλλα, ρε παιδιά, θα κόψει στα δυο ο άξονας», μουρμούριζε όλη την ώρα ο Μιχάλης, όμως η καρδιά του δεν το ΄κανε να αρνηθεί και όλο και το φόρτωναν, ώσπου, τελευταία πια, ανέβηκε και η μακαρίτισσα. Ήταν εκεί και τον κοιτούσε, καθώς ακολουθούσε το κάρο σιωπηλά μαζί με τους υπόλοιπους γείτονες. Σάμπως της κάνανε την επικήδειο ακολουθία δεύτερη φορά. Όμως αυτήν τη φορά, μαζί της θάβανε το βιος και τις ζωές τους. Μάλλον αυτά σκεφτόταν και ο έρμος ο Μιχάλης γιατί δεν είδε τη λακκούβα. Έπεσε κει μέσα το κάρο, τσακίστηκε ο τροχός και ξάφνου, η κυρά Λένη βρέθηκε να πετά στον αέρα ελεύθερη από τα πρόχειρα δεσμά της. Έτρεξε ο γιος να την προλάβει και σωριάστηκε πάνω σε μια στοίβα από σίδερα. Σε χίλια κομμάτια έσπασε το τζάμι της κορνίζας, σε δυο χιλιάδες αυτό της καρδιάς του σαν την είδε, για δεύτερη φορά στη ζωή του, να γίνεται ένα με το χώμα. 

 

    Έκλεισε τα μάτια του και πήρε μια βαθιά ανάσα, ο ήλιος απαλός σαν χάδι έλουζε με φως και δόξα το μάρμαρο. Αλίμονο, όταν μελετούσε να σπουδάσει πολιτικός μηχανικός στη σχολή Γεωπονικής και Φυσικών Επιστημών του Πανεπιστημίου της Ιωνίας  δεν φανταζόταν έτσι την πρώτη του επαφή με το μεγαλύτερο επίτευγμα των Ελλήνων. Μέρες τώρα το σκεφτόταν και προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του να ρουφήξει όσες περισσότερες εικόνες μπορούσε από αυτόν τον ιερό βράχο. Ποτέ ξανά δεν θα του δινόταν η ευκαιρία να τον θαυμάσει σε όλες τις εναλλαγές του φωτός. Η σύλληψη της έντασης των κιόνων και η χρήση της λάμψης του ηλίου για να εξυψωθεί τόσο ένας ναός, ώστε να φτάσει τα θεία, έμοιαζε με τέχνασμα αλχημιστών. Πόσο σπουδαίο αίμα κυλούσε στις φλέβες του! Αυτές ήταν οι σκέψεις του, σαν ξάπλωνε κατάχαμα και έπαιρνε κουράγιο. 

    

    Όσο ήπιος και να είναι όμως, ο καιρός του φθινοπώρου στην Ελλάδα μας, πόσο μπορεί να αντέξει κανείς να κοιμάται κατάχαμα στο ψιλόβροχο του Οκτώβρη; «Λίγο ακόμη, κρατήσου!», ορμήνευε τον εαυτό του σαν τουρτούριζε τις νύχτες και έσφιγγε το παλιόπανο που τους είχαν δώσει για σκέπασμα. 

«Άκουσα ότι εκεί στην Κοκκινιά, κλέβουν τις πέτρες από τους τάφους.» 

«Εδώ να σαπίσω, δεν πάω.», ήταν ο Γιώργης, έμπορος μεγάλος και τρανός, είχε ολόκληρη την Ιζμίρ στα πόδια του.

«Για να ΄χες κι εσύ ένα δυο μωρά! Θα μου το ξανάλεγες;», συνέχισε πεισμωμένος ο άλλος. 

«Μωρέ, ξέρεις εγώ τι έχω;», και ο κουρελής κράδαινε την ανοιχτή παλάμη του με νόημα. 

«Τι είχες, Γιώργη! Τι είχες! Πάνε όλα πια.» 


Μάλλον ξύπνησαν το μωρό της Μέλπως με τις πνιγμένες στην οργή της αδικίας φωνές τους και κείνο, το ορφανό, σπάραξε στο κλάμα. Ήταν μέρες άρρωστο και η μάνα του, η Μέλπω, πάλευε σαν λέαινα από πάνω του. Η Μέλπω, που, εκτός από τα προικιά της και το παλιό αρχοντικό του πατέρα της, έχασε τον άντρα της και τον μεγάλο τους γιο, άρχισε να το κανακεύει και να του τραγουδά:  «Αναστενάζω δε μ' ακούς, μαργαριταρένια μου, κλαίω, δε με λυπάσαι, κλαίω, δε με λυπάσαι. Άιντε, καλέ μάνα, αγάπα με κι εμένα..»*. 

 

    Το ίδιο νανούρισμα του ΄λεγε κι αυτουνού η μάνα του. Έβγαλε τη διπλωμένη φωτογραφία της και την παρατηρούσε λυπημένος. Σα να ξέχασε που βρίσκεται, με το τραγούδι της Μέλπως ακόμα να ακούγεται, και άρχισε να μιλά στο χαρτί. 

«Α ρε μάνα! Τυχερή είσαι που δεν τα ΄ζησες. Μα, μήπως και από εκεί που είσαι δε σκίζεται η καρδιά σου;» 

 

    Το μωράκι είχε πια ησυχάσει και το νανούρισμα έσβησε. Ύψωσε το βλέμμα του προς τον Παρθενώνα, φούσκωσε το στήθος του και άφησε το μεγαλείο μιας άλλης εποχής να του γεμίσει τα πνευμόνια. Αν δεν είχε διαβάσει πως οι κίονες, αν γινόταν να τους προεκτείνει κανείς, ενώνονταν, θα ορκιζόταν πως ήταν ολόισιοι.

«Πάμε στο θέατρο στον Πειραιά; Θα ΄ναι ζεστά και μπορεί να προλάβουμε και μεις καμιά θεσούλα.», η φωνή του Γιώργη τον γύρισε απ’ τα μεγαλεία. 

«Εγώ πνίγομαι από τη βρώμα εδώ πέρα στο ύψωμα και θες να πάω να κλειστώ σε μια τρύπα με άλλους χίλιους ποντικούς; Ύστερα τι θα πω της Μαρίκας; Της έταξα πως θα την έχω κοντέσα για να την πάρω. Και είχα παράδες και έκανα, μα, τώρα τι; Πόσο να την αφήσω να κοιμάται μες τις λάσπες; Και τώρα έρχεται και ο χειμώνας. Πόσο ακόμη θα περιμένουμε το θαύμα;»

«Εγώ σου λέω περίμενε! Είναι θέμα ημερών άκουσα. Μη λερώσεις τα χέρια σου, ρε!»  

«Γιώργη, εγώ θα πάω. Οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς.» 

 

    Και ο Γιώργης κουνούσε το κεφάλι του, απογοητευμένος, που ένας καλός του φίλος θα γινόταν τυμβωρύχος απόψε. Μια στριγγλιά έκοψε τη συζήτησή τους. Μέχρι να γυρίσουν να δουν, η Μέλπω πέρασε από μπροστά τους ουρλιάζοντας! 

«Το μωρό! Χριστέ μου, το μωρό! Βοήθεια! Το μωρό!», κουνούσε το γαλανό βρέφος στα χέρια της και τους εκλιπαρούσε. Γύρω της μαζεύονταν κόσμος, κανείς δεν τολμούσε να πάρει το παιδί από τα χέρια της μάνας, που το έτεινε κράζοντας βοήθεια.

«Κόλλησε στο απολυμαντήριο, το ορφανό. Να τη βοηθήσουμε την κακομοίρα.», έκανε να πλησιάσει ο άλλος.

«Μη σιμώνεις, θα μας κολλήσει και μας και δεν ξαναγυρνάω εκεί ο κόσμος να χαλάσει! Καλύτερα με τους πεθαμένους! Θα ΄ρθω και γω μαζί σου απόψε.»

«Για λίγο θα ΄ναι, Γιώργη. Θα ιδείς. Μέχρι το καλοκαίρι θα πίνουμε ναργιλέδες στ΄ αρχοντικό σας.», έκανε να τον παρηγορήσει ο άλλος γιατί ήξερε ότι κάτι μέσα στον Γιώργη δεν θα είναι ποτέ ξανά ίδιο μετά το αποψινό, ούτε μέσα του θα ήταν.     

«Σύντομα, μάνα, άκουσες; Θα γυρίσουμε σπίτι μας, σύντομα, θα το ιδείς!», χάθηκε πάλι στις σκέψεις του, καθώς ξημέρωνε και ο ήλιος χτυπούσε το πεντελικό μάρμαρο να αστράψει.  


Τέλος.



*Παραδοσιακό νανούρισμα


Πρώτη δημοσίευση στο literature.gr

Πέμπτη 30 Απριλίου 2020


Όταν υπάρχει μεράκι και αγάπη, προκύπτουν μικρά θαύματα.. Ακούστε μέρος από τον μικρούλη Μίκο και τη λίμνη Μπλου, μέσα από τη ζέστη και εκφραστική φωνή της κυρίας Καποπούλου. Συμμετέχει και ο Νίκος Παπανικολάου! Ευχαριστώ τις αγαπημένες εκδόσεις Κομνηνός για το υπέροχο βίντεο..
❤️🐸🗻



 

Πέμπτη 2 Απριλίου 2020









Σαν σήμερα γεννήθηκε ένας μεγάλος παραμυθάς.. Όλοι λίγο ως πολύ έχουμε ακούσει τις ιστορίες του, οι οποίες μας έχουν γαλουχήσει, αν μη τι άλλο, με αξίες και ιδανικά. Ο λόγος για τον Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, προς τιμή του οποίου καθιερώθηκε, από το Διεθνές Συμβούλιο Βιβλίων για την Νεότητα (IBBY) το 1966, να γιορτάζεται στα γενέθλιά του η Παγκόσμια Ημέρα Παιδικού Βιβλίου.
Έτσι, κάθε χρόνο τέτοια μέρα, γίνονται λογής λογής δράσεις που προωθούν την αγάπη για το βιβλίο. Ας βάλουμε και μεις το λιθαράκι μας. Όποιο παιδάκι θέλει θα του σταλεί δωρεάν ένα pdf με τα αγαπημένα μου σκίτσα από τον μικρούλη Μίκο, ώστε να τα ζωγραφίσει. Όποιο βέβαια έχει ήδη το βιβλίο και θέλει, μπορεί να τα ζωγραφίσει εκεί και να τα στείλει να τα δούμε..

      🐸🖌🎨

Μικο..ζωγραφίστε!

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2020

Από που προέρχεται το κρέας μου μαμά;

ΑΠΟ ΠΟΥ ΠΡΟΕΡΧΕΤΑΙ ΤΟ ΚΡΕΑΣ ΜΟΥ ΜΑΜΑ;

Όσο περνά ο καιρός όλο και περισσότερος κόσμος ευαισθητοποιείται σε φιλοζωικά θέματα. Τα δεσποζόμενα ζώα φροντίζονται περισσότερο και τα αδέσποτα, σε πολλές περιοχές της χώρας, ταΐζονται εμβολιάζονται και στειρώνονται με την πολύτιμη βοήθεια εθελοντών και την αφιλοκερδή συνεισφορά κτηνιάτρων. 
Αλλά ακόμα και πριν εδραιωθεί αυτή η ευχάριστη έξαρση υπέρ των δικαιωμάτων των τετράποδων φίλων μας, μαθαίναμε από παιδιά να αγαπάμε τα ζώα.
«Πώς κάνει η γατούλα;», «κάνε μου το σκυλάκι», «το κοκοράκι κικιρικικί» και άλλα τέτοια όμορφα μας έλεγαν οι μαμάδες μας…
Όμως, έχουμε αναρωτηθεί ποτέ, πώς περνάμε από αυτό το στάδιο που όλες οι υπάρξεις είναι ενδιαφέρουσες και αγαπητές, στο να μην μας νοιάζει πού τις καταναλώνουμε προς βρώσι; Πώς το χειρίστηκαν οι γονείς μας και οι παππούδες μας και οι δικοί τους πριν από αυτούς, ώστε να γίνει η μετάβαση ομαλά και χωρίς να ραγίζουν παιδικές καρδούλες;
Ρωτώντας αρκετούς γονείς και έχοντας ψάξει λιγάκι στα μέσα, συνειδητοποιώ ότι είναι ένα αρκετά αμφιλεγόμενο θέμα. Μερικοί επιλέγουν να μην το εξηγήσουν ποτέ στο παιδί εκτός και αν θίξει το θέμα από μόνο του. Άλλοι το παρουσιάζουν σαν κάτι δεδομένο και φυσιολογικό και απαντούν στις ανάλογες ερωτήσεις των παιδιών, με κατάλληλο για την ηλικία τους λεξιλόγιο. Αυτός είναι ο πιο κοινός τρόπος χειρισμού αυτού του αρκετά ευαίσθητου προβληματισμού.
Τι συμβαίνει όμως όταν η εμπάθεια των παιδιών είναι τόσο δυνατή, που αρνούνται πια να καταναλώσουν έμβια όντα;
Βρήκα αρκετά βίντεο στο διαδίκτυο, στα οποία παιδιά είτε κάνουν αφοπλιστικές ερωτήσεις στους γονείς τους, καταλήγοντας να απομυθοποιούν την υπερκατανάλωση του σύγχρονου τρόπου ζωής, είτε αρνούνται να σιτιστούν κατ’ αυτόν τον τρόπο, μη συμμετέχοντας έτσι σε κάτι τόσο βάρβαρο.
Κάπου εκεί τα πράγματα περιπλέκονται αρκετά με τους παμφάγους γονείς να προσπαθούν να αλλάξουν γνώμη στα μικρά τους, χωρίς να καταπατήσουν την όποια ιδεολογία τους έχουν με τόσο κόπο ενσταλάξει.
Ο πιο δημοφιλής τρόπος επίλυσης αυτής της μικρής οικογενειακής κρίσης είναι η υπομονή και η διακριτική προσπάθεια να επαναφέρουν την πρωτύτερη λαίμαργη αντιμετώπιση του γεύματος, ανεξαρτήτου καταγωγής.
Άλλες οικογένειες επιλέγουν ως λύση την πίεση των μικρών εως οσότου υποκύψουν, άλλοι το βάφτισμα τού κατά καιρούς γεύματος σε χορτοφαγικό και τέλος υπάρχουν και κάποιοι οι οποίοι αφήνουν αυτήν τη φάση να κάνει τον κύκλο της, επιτρέποντας στο παιδί να απέχει από την κατανάλωση κρέατος για όσο εκείνο επιθυμεί.
Ποιος έχει δίκιο και ποιο είναι το άρτιο στην προκείμενη δεν γνωρίζω, εκείνο όμως που θα ήθελα να ξέρει μεγαλώνοντας το δικό μου παιδί, είναι πως ό,τι και να επιλέξει να τρώει είναι φυσιολογικό, γιατί είμαστε προγραμματισμένοι να τρώμε τα πάντα.
«Πού σταματάει αυτό το «τα πάντα» μαμά;».
Στους ηθικούς φραγμούς της εκάστοτε κοινωνίας, αλλά αυτό πια είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα.
της Κλειώς Ιερωνυμάκη
πηγή:http://www.freesocial.gr/2018/03/απο-που-προερχεται-το-κρεασ-μου-μαμα/

Η συγγραφή και άλλα κωμικοτραγικά

Η ΣΥΓΓΡΑΦH ΚΑΙ AΛΛΑ ΚΩΜΙΚΟΤΡΑΓΙKA

Όποιος έχει ασχοληθεί κατά καιρούς με το γράψιμο, θα γνωρίζει ότι είναι αρκετά χρονοβόρα και κοπιαστική ενασχόληση. Ο τρόπος που στολίζεται με λέξεις η κάθε πρόταση, η τέχνη του λόγου που χρησιμοποιείται για να επιτευχθεί ο στόχος του κειμένου αλλά και να συνεπάρει, αρμονικά, τον αναγνώστη θέλουν επιμονή και υπομονή.
Κάθε γραμμή διαβάζεται εκατοντάδες φορές, μέχρι να πάρει την οριστική της μορφή που, ας μη γελιόμαστε, στο μυαλό του συγγραφέα δεν είναι ποτέ οριστική, μιας και η γραμμή του κάθε κειμένου είναι ζωντανή και όπως κάθε ζωντανός οργανισμός αναζητά συνεχώς την αλλαγή και την ολοκλήρωση. 
Όσοι λοιπόν γράφουν τις περισσότερες, αν όχι όλες τις φορές, δεν ξέρουν καν, αν αυτό το οποίο γράφουν και αφιερώνουν όλες αυτές τις πραγματικά αμέτρητες ώρες, θα διαβαστεί ποτέ από άλλον. Κι αν θα διαβαστεί, θα δει κάποιος από τους αναγνώστες τα τεχνάσματα, τις μεταφορές και τα νοήματα που έκρυψε ο συγγραφέας με τόση στοργή και επιμέλεια πίσω από κάθε λέξη;
Μα και αν δεν τα δει, θα απολαύσει έστω το ανάγνωσμα;
Συγχωρέστε μου την έκρηξη φλυαρίας, αλλά γράφω ορμώμενη από την έντονα αρνητική κριτική που ασκείται, κατά καιρούς, σε διάφορες λογοτεχνικές ομάδες που παρακολουθώ. Θεωρώ λίγο άδικη την επίθεση που γίνεται σε αυτούς που υπηρετούν τη λογοτεχνία.
Είτε θεωρούμε ότι τα καταφέρνουν είτε όχι, αναμφισβήτητα κοπιάζουν κι αν μη τι άλλο τους αξίζει ο σεβασμός μας.
Όλα τα λουλούδια δεν φτιάχτηκαν για να μυρίζουν όμορφα, άλλα έχουν εντυπωσιακή εμφάνιση, άλλα έχουν αγκάθια και άλλα φτιάχτηκαν για να τρώνε τα μαμούνια.
Ο καθένας επιλέγει σύμφωνα με τις ανάγκες του και καμιά φορά οι αλλαγές έρχονται με την αγάπη και όχι με τη βία.


πηγη:http://www.freesocial.gr/2018/07/η-συγγραφh-και-aλλα-κωμικοτραγιka/?fbclid=IwAR33l3h5sX5U7RhzK1FuuRtgmd4V5LtJLyQcx_ikXwEWBZHjyNvzXTO9G_0